Επιφυλάξεις της Εκκλησίας απέναντι στις νέες κυβερνητικές θέσεις για τη μισθοδοσία των ιερέων

Στάση αναμονής αλλά και επιφυλάξεις διατηρούν οι εκπρόσωποι της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Φαναρίου , η αντιπροσωπεία του οποίου συναντάται σήμερα με τον υπουργό Παιδείας Κώστα Γαβρόγλου, μετά τη δημοσιοποίηση του σχεδίου της κυβέρνησης για τη μισθοδοσία των ιερέων που «μένουν» φεύγοντας από το δημόσιο.

Κύρια χαρακτηριστικά του επί της ουσίας σημειώματος είναι ότι δεν αλλάζει το καθεστώς μονιμότητας, παραμένουν στην Ενιαία Αρχή Πληρωμών οι κληρικοί και οι λαϊκοί υπάλληλοι της Εκκλησίας, αλλά διαγράφονται από το Μητρώο Μισθοδοτούμενων από το Δημόσιο, ανοίγοντας το δρόμο για 10.000 νέες προσλήψεις ενώ ιδρύεται Ταμείο Μισθοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδας.

Εκκλησιαστικοί κύκλοι κάνουν λόγο για «τρικ καθώς μένουν στην «Ενιαία Αρχή ως λογιστήριο, δηλαδή η εκκλησία θα κάνει εξωτερικά την πληρωμή γιατί δεν έχει λογιστήριο, αλλά οι ιερείς φεύγουν από το κράτος στις θέσεις που θα αδειάσουν».

Η χθεσινή συνάντηση και οι νέες υποσχέσεις

Στο Υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων πραγματοποιήθηκε χθες η δεύτερη συνάντηση της επιτροπής διαλόγου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, για την κατάρτιση συμφωνίας μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας.

Στην επιτροπή διαλόγου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου δόθηκε δεκασέλιδο σχέδιο υλοποίησης της Συμφωνίας Πολιτείας – Εκκλησίας.

Με το σχέδιο αυτό επιχειρείται να διασκεδαστούν οι ανησυχίες που προκάλεσε η κοινή ανακοίνωση από τον Πρωθυπουργό και τον Αρχιεπίσκοπο του σχεδίου Συμφωνίας Πολιτείας – Εκκλησίας της 6ης Νοεμβρίου 2018.

Στο σχέδιο καταγράφονται οι λόγοι για τους οποίους “αυτή η ιστορικής σημασίας συμφωνία θα είναι αμοιβαία επωφελής και για τα δύο μέρη, καθώς και για τον εφημεριακό κλήρο”.

Συγκεκριμένα, το σχέδιο προβλέπει την κατάρτιση νομοσχεδίου, το οποίο θα αποτελείται από τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος θα κυρώνεται αυτούσιο το κείμενο της Συμφωνίας Πολιτείας – Εκκλησίας όπως τελικά θα διαμορφωθεί μετά την ολοκλήρωση του διαλόγου.

Τα υπόλοιπα δύο μέρη θα περιέχουν εφαρμοστικές διατάξεις για την υλοποίηση της Συμφωνίας ως προς τα δύο βασικά σκέλη της, τη μισθοδοσία των κληρικών και λαϊκών υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος και την ίδρυση και λειτουργία Ταμείου Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας.

Ειδικά ως προς τη μισθοδοσία του κλήρου, η προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση δεν θίγει το υφιστάμενο καθεστώς, καθώς η νομική θέση και τα δικαιώματα (υπηρεσιακά, μισθολογικά, ασφαλιστικά, συνταξιοδοτικά κ.ά.) των κληρικών κατοχυρώνονται με τις θεσμικές εγγυήσεις που παρέχει η κύρωση διμερούς συμφωνίας.

Έτσι, από τη Συμφωνία και την προτεινόμενη νομοθετική ρύθμιση:

Παραμένει αμετάβλητο και δεν θίγεται το υπηρεσιακό καθεστώς και η μονιμότητα, όπως ισχύει σήμερα, των κληρικών ως θρησκευτικών λειτουργών και υπαλλήλων ν.π.δ.δ.

Παραμένει αμετάβλητο και δεν θίγεται το ύψος των αποδοχών των κληρικών, το οποίο εξακολουθεί να καθορίζεται από το ενιαίο μισθολόγιο όπως εκάστοτε ισχύει και ακολουθεί τις αυξήσεις των δημοσίων υπαλλήλων.

Παραμένει αμετάβλητος και δεν θίγεται ο τρόπος και ο χρόνος καταβολής των αποδοχών των κληρικών, η οποία θα εξακολουθήσει να ενεργείται από την Ενιαία Αρχή Πληρωμής.

Ιδρύεται Ταμείο Μισθοδοσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο οποίο θα καταβάλλεται ετησίως από το κράτος, σε αναγνώριση υποχρέωσης που θα απορρέει από κυρωθείσα με νόμο Συμφωνία, η δαπάνη μισθοδοσίας του αριθμού των σήμερα μισθοδοτούμενων κληρικών. Τα σχετικά ποσά δεσμεύονται, υπό τον αυστηρό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατ’ αποκλειστικότητα για τη μισθοδοσία του κλήρου, η οποία θα ενεργείται δια της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής.

Συνίσταται Μητρώο Κληρικών και Λαϊκών Υπαλλήλων της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο οποίο εγγράφεται το σύνολο όσων μισθοδοτούνται με πόρους του Ταμείου Μισθοδοσίας και υπέρ των οποίων κατοχυρώνονται όλα τα δικαιώματα που σήμερα απολαμβάνουν οι κληρικοί (υπαγωγή στο ενιαίο μισθολόγιο, καταβολή μισθού από την Ενιαία Αρχή Πληρωμής κλπ.).

Οποιαδήποτε μεταβολή μόνο με νεότερη τροποποιητική συμφωνία των δύο μερών θα είναι δυνατή.

Τέλος, με το Ταμείο Αξιοποίησης Εκκλησιαστικής Περιουσίας προκύπτουν σημαντικά οικονομικά οφέλη, τόσο για το Δημόσιο όσο και για την Εκκλησία της Ελλάδος, από την αξιοποίηση περιουσίας διαμφισβητούμενης και, άρα, μέχρι σήμερα αδρανούς και λιμνάζουσας.

 

Πηγές: ΑΠΕ – Καθημερινή – Πρώτο Θέμα

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ